Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ

ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ
 
Η ΓΕΝΝΗΣΗ
Η Γέννηση του Ιησού



Χριστός (από το ρήμα χρίω) σημαίνει αυτός που έχει χριστεί από το Θεό, που έχει το χρίσμα της θείας αποστολής. Πηγές για τη ζωή και το έργο του Χριστού αποτελούν τα Ευαγγέλια του Λουκά, του Μάρκου, του Ματθαίου και του Ιωάννη, τα άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης, και οι συγγραφείς Σουετώνιος, Τάκιτος, Ιώσηπος, Λουκρήτιος.
Σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη, ο αρχάγγελος Γαβριήλ επισκέφθηκε τη Θεοτόκο Μαρία με­τά την έ­ξο­δό της α­π' το Να­ό και της είπε ότι θα φέρει στον κόσμο τον Υιό του Θεού. Σύμφωνα με το θέλημα του Θεού θα ονομαστεί Ι­η­σούς και θα ερχόταν στον κόσμο όχι με τη συμβολή ανδρός, αλλά με την θαυματουργή δύναμη του Θεού και την έλευση του Αγίου Πνεύματος.
Α­πό ε­κεί­νη τη στιγ­μή ο Κύ­ριος μας Ι­η­σούς Χρι­στός σαρ­κώ­θη­κε από την αειπάρθενο Μα­ρί­α για τη σω­τη­ρί­α του αν­θρώ­πι­νου γέ­νους.
Με το δι­ά­ταγ­μα του αυ­το­κρά­το­ρα Καί­σα­ρα Αυ­γού­στου να α­πο­γρα­φεί ό­λος ο πλη­θυ­σμός που ή­ταν κά­τω α­πό την Ρω­μα­ϊ­κή κυ­ρι­αρ­χί­α, ο  Ι­ω­σήφ και η εγ­κυ­μο­νού­σα Μα­ριάμ έ­πρε­πε να α­πο­γρα­φούν στον τό­πο της κα­τα­γω­γής τους. Έτσι ξεκίνησαν από την Ναζαρέτ και ύστερα από κοπιαστικό ταξίδι έφτασαν στην Βηθλεέμ της Ι­ου­δαί­ας. Λό­γω της πλη­θώ­ρας των α­πο­γρα­φο­μέ­νων, ο Ιωσήφ με τη Μαρία, δεν κατάφεραν να βρουν κατάλυμα, παρά μόνο ένα φτωχικό σπήλαιο.
Ε­κεί θέ­λη­σε να γεν­νη­θεί ο φι­λάν­θρω­πος και τα­πει­νός Κύ­ριος, ο  Λυ­τρω­τής του κό­σμου, ό­που και τον σπαρ­γά­νω­σε η Θε­ο­τό­κος σε μια φάτ­νη των ζώ­ων για να ζε­στα­θεί.
Ένας άγγελος εμφανίστηκε σε ποιμένες (βοσκούς) και τους είπε ότι εκείνο το βράδυ γεννήθηκε ο Σωτήρας των ανθρώπων. Οι βοσκοί πήγαν και προσκύνησαν τον μικρό Ιησού ακολουθώντας το αστέρι που φώτιζε τη φάτνη. Έτσι, ο Ιησούς γεννήθηκε περίπου το 6 π.Χ. στη Βηθλεέμ, στη διάρκεια της βασιλείας του Ηρώδη.
Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει τη Γέν­νη­ση του Ιησού Χριστού στις 25 Δεκεμβρίου. Να σημειώσουμε εδώ, ότι η γιορτή των Χριστουγέννων καθιερώθηκε για πρώτη φορά το 397 επί πατριαρχείας Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
 
ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
Η Υπαπαντή του Ιησού



Σε ο­κτώ μέ­ρες α­πό τη γέν­νη­ση, η Θεοτόκος Μαρία και ο Ι­ω­σήφ έ­κα­ναν, σύμ­φω­να με το Μωσαϊκό νό­μο, την πε­ρι­το­μή του παι­διού και του έ­δω­σαν το ό­νο­μα «­Ιησούς». Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει την Περιτομή του Ιησού Χριστού στις 1 Ιανουαρίου. 
Σα­ράν­τα μέ­ρες με­τά τη γέν­νη­σή Του, ο Ι­η­σούς συνοδεύεται από τον Ιωσήφ και τη Μαρία για πρώ­τη φο­ρά στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα, στο να­ό του Θε­ού.  Σύμ­φω­να με τον Ι­ου­δα­ϊ­κό νό­μο, κάθε πρωτότοκο αρσενικό παιδί έπρεπε να αφιερώνεται στο Θεό και να προσφέρει, την τεσσαρακοστή ημέρα από την γέννησή το, θυσία στο Θεό ένα ζεύγος τρυγόνων ή δύο νεοσσούς περιστερών. Εκεί βρέθηκε ο δίκαιος Συμεών, φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα, για να τους προϋπαντήσει στην είσοδο. Ο γέροντας Συμεών κράτησε με ευλάβεια και δέος το Θείο βρέφος, γιατί γνώριζε από την προφητεία ότι Αυτό είναι ο ίδιος ο Θεός με σάρκα ανθρώπου, τον οποίο θα έβλεπε πριν πεθάνει. Με­τά προφήτευσε ότι: «ο Ιησούς θα γί­νει αι­τί­α να πέ­σουν και να ση­κω­θούν πολ­λοί στο Ισ­ρα­ήλ και θα προ­κα­λέ­σει δι­χο­γνω­μί­α».
Έτσι η Εκκλησία μας καθιέρωσε την ακολουθία του «Σαραντισμού», όπου οι μητέρες βγάζουν για πρώτη φορά το παιδί τους από το σπίτι, σαράντα ημερών βρέφος και το πηγαίνουν στην Εκκλησία, για να το ευλογίσει ο ιερέας και να λάβει την χάρη από την προσκύνηση των ιερών εικόνων. Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει την Υπαπαντή (υποδοχή) του Ιησού Χριστού στις 2 Φεβρουαρίου. 
Με­τά τη γέν­νη­ση του Ι­η­σού και τον σα­ραν­τι­σμό, η Θε­ο­τό­κος με τον  Ι­ω­σήφ πα­ρέ­μει­ναν στη Βη­θλε­έμ. Στο δι­ά­στη­μα αυ­τό, μάγοι από την Ανατολή ήρθαν να προσκυνήσουν το Σωτήρα του κόσμου. Πρόσφεραν ως δώρα χρυσό, λιβάνι και σμύρνα.
Με­τά την προ­σκύ­νη­ση του Κυ­ρί­ου, οι Μά­γοι ε­πι­στρέ­φουν στην πα­τρί­δα τους, για­τί άγ­γε­λος Κυ­ρί­ου τους ει­δο­ποί­η­σε να φύ­γουν α­πό άλ­λο δρό­μο και να μη πά­νε στον Η­ρώ­δη, που ή­θε­λε να σκο­τώ­σει τον Ι­η­σού. Πριν ο Η­ρώ­δης δι­α­τά­ξει τη σφα­γή των νη­πί­ων, άγ­γε­λος Κυ­ρί­ου πα­ρου­σι­ά­ζε­ται σε όνειρο στον Ι­ω­σήφ και του είπε να πά­ρει το παι­δί και τη μη­τέ­ρα Του και να φύ­γουν για την Αί­γυ­πτο. Πράγ­μα­τι, ο Ι­ω­σήφ πήρε τη Θε­ο­τό­κο και το παιδί και έ­φτα­σαν στην Αί­γυ­πτο όπου μέ­χρι το θά­να­το του Η­ρώ­δη. Σή­με­ρα στο πα­λι­ό Κάιρο, κον­τά στο μο­να­στή­ρι του Α­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου, βρί­σκε­ται το σπή­λαι­ο με το πη­γά­δι, ό­που έ­μει­νε η α­γί­α οι­κο­γέ­νεια κα­τά τη διά­ρκεια της δι­α­μο­νής της στην Αί­γυ­πτο.
Με­τά το θά­να­το του Η­ρώ­δη και ύ­στε­ρα α­πό ει­δο­ποί­η­ση του αγ­γέ­λου η α­γί­α οι­κο­γέ­νεια ε­πέ­στρε­ψε, ό­που εγ­κα­τα­στά­θη­κε και πά­λι στην φτωχική κωμόπολη Ναζαρέτ. Εκεί μεγάλωνε ο Ιησούς με τους γονείς του ασκώντας το επάγγελμα του ξυλουργού και προετοιμαζόταν για το έργο του σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.
 
Η ΒΑΠΤΙΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
Η Βάπτιση του Ιησού



Μετά από θεία εντολή ο Ιωάννης ο Πρόδρομος εγκατέλειψε την ερημική ζωή και ήλθε στον Ιορδάνη ποταμό όπου κήρυττε και βάπτιζε, προετοιμάζοντας τον κόσμο για την εμφάνιση του Χριστού. Όταν ο Ιησούς ήταν περίπου 30 ετών, παρουσιάστηκε κάποια ημέρα στον Ιωάννη και ζήτησε να βαπτιστεί. Ο Ιωάννης τον βάπτισε μέσα στον Ιορδάνη ποταμό καθώς αναγνώρισε στο πρόσωπό του τον αναμενόμενο Μεσσία που περίμεναν οι Ιουδαίοι.
Και τότε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των θεατών διαδραματίσθηκε μία μοναδική και μεγαλειώδης σκηνή, όταν με την μορφή ενός περιστεριού κατήλθε το Άγιο Πνεύμα και κάθισε επάνω στο βαπτιζόμενο Ιησού, ενώ συγχρόνως ακούσθηκε από τον ουρανό η φωνή του Θεού η οποία έλεγε: «Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» («Αυτός είναι ο αγαπημένος μου Υιός, αυτός είναι ο εκλεκτός μου»).
Ο Κύριος με το να βαπτιστεί αγίασε το νερό, το έκανε νερό αγιασμού και συμφιλίωσης με το Θεό. Έτσι με τη Βάπτιση του Κυρίου εγκαινιάστηκε το μυστήριο του Βαπτίσματος. Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει την Βάπτιση του Ιησού Χριστού στις 6 Ιανουαρίου. 
 
Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
Ο Ιησούς κατόπιν αποχώρησε στην έρημο και προετοιμάστηκε ψυχολογικά για την δημόσια δράση του. Τότε ήταν περίπου 30 χρονών, σύμφωνα με το Λουκά, τη 15η χρονιά της βασιλείας του αυτοκράτορα Τιβέριου, δηλ. το 28 ή 29 μ.Χ. Μετά από το γεγονός αυτό, ο Ιησούς ξεχώρισε μια ομάδα 12 πιστών μαθητών οι οποίοι θα τον βοηθούσαν να διαδώσει το μήνυμά της Σωτηρίας. Η εκλογή των δώδεκα μαθητών, που ονομάζονται και απόστολοι, καθώς η αποστολή τους ήταν να κηρύξουν το ευαγγέλιο σε ολόκληρο τον κόσμο, κράτησε ενάμιση χρόνο περίπου. Μετά την κλίση τους έμειναν μαζί με τον Ιησού δύο χρόνια περίπου. Ο Ιησούς, αφού είχε τελειώσει την πρώτη διδασκαλία Του στην Ιουδαία, και άρχιζε τη διδασκαλία Του στη Γαλιλαία, κάλεσε τους Σίμωνα (Πέτρο), Ανδρέα, Ιάκωβο και Ιωάννη, να εγκαταλείψουν το επάγγελμα του ψαρά και να Τον ακολουθήσουν. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα κάλεσε τον Φίλιππο, τον Ναθαναήλ (Βαρθολομαίο) και τον Ματθαίο.
Ακολούθησαν οι Θωμάς, Σίμων ο Κανανίτης, Ιούδας ή Θαδδαίος, Ιάκωβος γιος του Αλφαίου και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης.
 
Σύμφωνα με τους ευαγγελιστές, ο Ιησούς κήρυξε στον κόσμο της υπαίθρου, στους ναούς και στις πόλεις και μίλησε για την εμπιστοσύνη που πρέπει να έχει άνθρωπος στο Θεό, δίδαξε τη συγχώρεση, την υιοθέτηση μιας στάσης ζωής που να αγκαλιάζει με αγάπη τον συνάνθρωπο και την οριστική λύτρωση του ανθρώπου από το κακό, την φθορά και τον θάνατο με την συμμετοχή του στην "Βασιλεία του Θεού", στην αιώνια ζωή που συνεχίζεται μετά τον φυσικό θάνατο. Η διδασκαλία του, έκανε τον Ιησού σύντομα γνωστό και η φήμη του εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα, όχι μόνο στο βορρά και στις περιοχές της Γαλιλαίας άλλα και στο νότο με τα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα στην ιερή πόλη του Ιουδαϊσμού, στα Ιεροσόλυμα. Ο λόγος του είχε δύναμη και παραστατικότητα. Συνήθιζε να συναναστρέφεται με ανθρώπους που θεωρούνταν αμαρτωλοί, με φτωχούς και ταπεινούς, αγαπούσε τα παιδιά και τη φύση.
Στη διδασκαλία του ο Χριστός καταφέρθηκε εναντίον της τυπολατρείας των Φαρισαίων. Ενδιαφέρθηκε για την εγκαθίδρυση ουσιαστικών σχέσεων αγάπης και δικαιοσύνης ανάμεσα στους ανθρώπους. Κεντρική θέση κατείχε η προσδοκία για τη βασιλεία των ουρανών και την τελική επικράτηση της δικαιοσύνης στον κόσμο. Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Χριστού, ο Θεός κατοικεί παντού, είναι πανάγαθος, είναι η Αγάπη, προνοεί κι ενδιαφέρεται για όλους. Η σχέση του ανθρώπου με το Θεό είναι εσωτερική, πνευματική και ο καλύτερος τρόπος λατρείας του είναι η εκπλήρωση των εντολών του και κυρίως η έκφραση αγάπης για τους συνανθρώπους.
 
ΟΙ ΠΑΡΑΒΟΛΕΣ
Τα λόγια του Ιησού δεν κατανοούνται αρχικά από τους ακροατές του στο πνευματικό τους βάθος, αλλά στην επιφάνεια τους. Έτσι ο Ιησούς με τις παραβολές έχει την ευκαιρία να τις διασαφηνίζει περισσότερο έως ότου τις αντιληφθούν σωστά οι ακροατές του. Η διδασκαλία του Ιησού, είναι διατυπωμένη στη γλώσσα, το μορφωτικό επίπεδο και την προσληπτική ικανότητα των ανθρώπων της εποχής εκείνης. Ο Ιησούς δεν απευθύνθηκε ως Διδάσκαλος σ' έναν κόσμο λογίων και μορφωμένων ανθρώπων, αλλά επικοινώνησε με το λαό της εποχής εκείνης, που ουσιαστικά δεν διέθετε σχεδόν καμιά μόρφωση και πνευματική καλλιέργεια. Γι’ αυτό απέφευγε συστηματικά τις ιδεολογικές και συνθετικές ομιλίες, καθώς και λόγους θεωρητικού περιεχομένου. Ήταν μάλλον πρακτικός και πολύ αναλυτικός και διαμόρφωνε το λόγο του με παραδείγματα παρμένα από την καθημερινή ζωή κάνοντας χρήση των «Παραβολών». Η παραβολή ήταν, από τα βασικά δομικά στοιχεία της διδασκαλίας του Ιησού. Χρησιμοποιούσε πάντοτε εικόνες από τον γύρω κόσμο ώστε να δημιουργήσει αίσθηση ή να προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον.
Επειδή απευθυνόταν σ’ ένα κόσμο απλοϊκό, χωρίς κάποια μόρφωση και παιδεία, κόσμο συνήθως κτηνοτροφικό και γεωργικό, η παραβολική γλώσσα με εικόνες παρμένες από την καθημερινή ζωή έγινε το πιο κατάλληλο μέσο για ουσιαστικότερη κατανόηση κι επικοινωνία. Ο κόσμος της εποχής του Ιησού εκφραζόταν περισσότερο με σύμβολα, με παραστάσεις, με εικόνες και μύθους. Τα μηνύματα ήταν πιο εύκολο τότε να φτάσουν στους αποδέκτες, να τους συγκινήσουν και να διεγείρουν τη φαντασία τους, με εικόνες ζωντανές, παρμένες από τη φύση και τη ζωή. Ο μεγαλύτερος αριθμός των παραβολών έχει ως περιεχόμενο την έννοια της Βασιλείας του Θεού, κάτι που παρουσιάζεται τόσο καινούργιο, που είναι πολύ δύσκολο να κατανοηθεί από τους ανθρώπους της εποχής εκείνης.
 
ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ
Καθώς οι Παραβολές βρίσκονται στο κέντρο των «λόγων» του Ιησού, τα θαύματα, αποτελούν το κέντρο των «έργων» του. Τα θαύματα, όπως και οι παραβολές, πραγματοποιήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της δημόσιας δράσης και σε όλες τις περιοχές της Παλαιστίνης, από τη βόρεια Γαλιλαία ως τη νότια Ιουδαία.
Ο Ιησούς έκανε τα θαύματα όταν συναντούσε αδυναμία, αρρώστια, αναπηρία, πόνο, θάνατο. Για ανθρώπους που έπασχαν από αυτά ο Ιησούς νοιάστηκε και συμπαραστάθηκε θαυματουργικά. Στα Ευαγγέλια έχουμε διηγήσεις για περίπου 40 θαύματα του. Θεράπευσε τυφλούς, κωφάλαλους, παράλυτους, επιληπτικούς, λεπρούς. Ελευθέρωσε ανθρώπους από δυνάμεις του κακού (δαιμονισμένους). Ξανάδωσε τη ζωή σε νεκρούς.
Με τρόπο παραστατικότερο από όσο στις παραβολές, το θαύμα έδειχνε κάποια ξεχωριστή αλήθεια της Βασιλείας του Θεού. Όλα ήταν σημάδια ("σημεία") που επέτρεπαν στους ανθρώπους να δουν πόσο αλλιώτικη θα είναι η ζωή σύμφωνα με το πνεύμα της. Με τα θαύματα ο Ιησούς απελευθέρωνε τους ανθρώπους όχι μόνο από τα βάσανα τους, αλλά και από απάνθρωπες αντιλήψεις σχετικές με αυτά. Σύμφωνα με τις τότε αντιλήψεις της εποχής κάθε αρρώστια και αναπηρία των ανθρώπων ήταν δίκαιη τιμωρία του Θεού για αμαρτίες δικές τους ή των γονιών τους. Έδιναν στους πάσχοντες στήριγμα ότι δεν είναι μόνοι, αλλά έχουν τον Θεό πλάι τους και βεβαίωναν ότι κάποτε όλα τα δεινά θα τελειώσουν και θα κυριαρχήσει μόνο η ζωή και το καλό.
 
Παρατηρούμε στις διηγήσεις ότι ο Ιησούς έκανε θαύματα σε όσους του έδειχναν εμπιστοσύνη, έστω και λίγη. Δεν έκανε θαύματα για εντυπωσιασμό και για να αποδείξει τη θεότητα του. Όλα τα έκανε για τους άλλους, κανένα για τον εαυτό του.
Ήθελε να δείξει στους ανθρώπους να καταλάβουν ότι ήταν ο αληθινός Μεσσίας, ο ελευθερωτής των ανθρώπων, ώστε να μπορούν όλοι να έχουν αληθινή ζωή.
 
Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΟΥ
Το μήνυμα του Ιησού είχε μεγάλη επίδραση στους ακροατές του και πολλοί από αυτούς πίστεψαν ότι πράγματι αυτός ήταν ο Μεσσίας. Άλλοι πάλι θεώρησαν ότι απλά ήρθε να προετοιμάσει τον ερχομό του πραγματικού Μεσσία ενώ κάποιοι είπαν πως ήταν κάποιος παλιός προφήτης που ήρθε και πάλι στη γη για να διδάξει. Μια ομάδα Εβραίων θρησκευτικών ηγετών κατηγόρησε τον Ιησού επειδή τα Σάββατα, την ιερή ημέρα ανάπαυσης των Ιουδαίων, συνέχιζε την διδασκαλία του και έκανε θαύματα.
Κάποιοι από αυτούς δυσανασχετούσαν επειδή ο Ιησούς πλησίαζε με καλοσύνη ανθρώπους που θεωρούνταν ανάξιοι και ασεβείς. Μια μερίδα από τους Εβραίους ηγέτες ανησύχησε μήπως αυτός, που πολλοί νόμιζαν για Μεσσία, ξεκινήσει κάποια εξέγερση ενάντια στους Ρωμαίους και έτσι υπάρξει αναταραχή. Έτσι, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι πρέπει να θανατώσουν τον Ιησού και άρχισαν να ψάχνουν για οπαδούς του που θα ήταν πρόθυμοι να τον προδώσουν. Και βρήκαν τον μαθητή του Ιησού τον Ιούδα.
 
 
ΤΑ ΠΑΘΗ ΚΑΙ Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
Η Σταύρωση του Ιησού



Μετά την ανάσταση του Λαζάρου ο Ιησούς θα πήγαινε στην Ιερουσαλήμ για τον εορτασμό του Πάσχα. Ερχόμενος ο Ιησούς από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα, έστειλε δύο από τους μαθητές του και του έφεραν ένα γαϊδουράκι για να μπει στην πόλη.
Ο δε λαός, ακούγοντας ότι ο Ιησούς έρχεται, πήραν αμέσως στα χέρια τους βάγια από φοίνικες και βγήκαν να τον υποδεχτούν. Και άλλοι μεν με τα ρούχα τους, άλλοι δε κόβοντας κλαδιά από τα δέντρα, έστρωναν το δρόμο απ’ όπου ο Ιησούς θα περνούσε. Και όλοι μαζί, ακόμα και τα μικρά παιδιά, φώναζαν: «Ωσαννά· ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ».
Ο Χριστός εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα και οι Ισραηλίτες τον υποδέχονται με τιμές ως Βασιλιά. Εκείνος δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στις τιμές, δεν περιορίζεται στο πανηγύρι. Σε λίγες ημέρες θα μαρτυρήσει και θα θανατωθεί στο σταυρό, για να νικήσει το θάνατο και να χαρίσει τη ζωή.
 
Το βράδυ της Πέμπτης ο Ιησούς Χριστός μάζεψε τους αποστόλους μαζί για ένα τελευταίο γεύμα, που είναι γνωστό ως Μυστικός Δείπνος. Πριν ν' αρχίσει το δείπνο ο Ιησούς σηκώνεται από το τραπέζι βάζει νερό στο νιπτήρα και πλένει τα πόδια των μαθητών Του. Με τον τρόπο αυτό θέλει να τους δείξει ότι δεν πρέπει να επιζητούν τα πρωτεία. Άρχισε κατόπιν να τους νουθετεί να αγαπούν ο ένας τον άλλο. Στη συνέχεια τους μίλησε για την προδοσία. Πήρε το ψωμί και το κρασί από το τραπέζι, προσευχήθηκε και σε μια συγκινητική ατμόσφαιρα αποχαιρετισμού το μοίρασε στους αποστόλους του. Οι Χριστιανοί, σε ανάμνηση του γεγονότος αυτού έχουν καθιερώσει την λατρευτική τελετή της Θείας Ευχαριστίας.
Μετά από αυτή τη στιγμή ο Ιούδας, μόλις έφαγε τον άρτο έφυγε και συμφώνησε με τους αρχιερείς να τους Τον παραδώσει.

Μετά από το δείπνο, ο Ιησούς πήγε να προσευχηθεί μαζί με τους μαθητές του στο Όρος των Ελαιών, ένα λόφο στην ανατολική πλευρά της Ιερουσαλήμ, και στον κήπο της Γεσθημανής. Σε αυτόν τον κήπο ο μαθητής του, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, έφτασε ο Ιούδας με ένοπλους στρατιώτες και πολύ όχλο και αφού χαιρέτησε και φίλησε το δάσκαλό Του, Τον παρέδωσε.
Αυτοί τον οδήγησαν δέσμιο μπροστά στους Αρχιερείς των Ιουδαίων Άννα και Καϊάφα, οι οποίοι πραγματοποίησαν μια σύντομη δίκη και τον καταδίκασαν σε θάνατο, επειδή τάχα βλασφήμησε. Οι μαθητές σκορπίστηκαν και ο θερμότερος των άλλων ο Πέτρος τον ακολούθησε ως την αρχιερατική αυλή και αρνήθηκε τον Ιησού ότι είναι μαθητής Του.
Οι νόμοι όριζαν πως για να πραγματοποιηθεί μια θανατική ποινή θα έπρεπε να εγκριθεί από τον ρωμαϊκό κυβερνήτη της Ιουδαίας, Πόντιο Πιλάτο. Εκείνος, αφού Τον ανέκρινε με πολλούς τρόπους προσπάθησε να αθωώσει τον Ιησού καθώς δεν έβρισκε κάτι επιλήψιμο ενάντιά του. Μετά όμως από την απαίτηση του συγκεντρωμένου πλήθους, ο Πιλάτος καταδίκασε τον Ιησού σε θάνατο επάνω σε σταυρό.
Η Γέννηση του Ιησού



Τον παρέδωσε στους στρατιώτες, οι οποίοι αφού τον μαστίγωσαν, έπειτα τον γύμνωσαν, του φόρεσαν κόκκινη χλαμύδα, τον στεφάνωσαν μ’ ένα ακάνθινο στεφάνι, και κατόπιν τον προσκυνούσαν χλευαστικά, τον έφτυναν και τον χτυπούσαν στο πρόσωπο και τον περιέπαιζαν με κάθε τρόπο κατά τη διάρκεια της νύχτας, ως το πρωί.
Μετά, του φόρεσαν πάλι τα ρούχα του, τον φόρτωσαν ένα Σταυρό, τον πήγαν στον Γολγοθά, ένα λόφο έξω από την πόλη, για να Τον σταυρώσουν. Εκεί ο Ιησούς σταυρώθηκε μεταξύ δύο ληστών και βλασφημήθηκε. Κάποιος από τους στρατιώτες τον πότισε με ξύδι ανακατεμένο με χολή. Γύρω στην ένατη ώρα, παρέδωσε το πνεύμα Του ο αμνός του Θεού.
Τέλος, κατά τη δύση του ηλίου, ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία και ο Νικόδημος, δυο κρυφοί μαθητές του Ιησού, αποκαθήλωσαν το πανάγιο σώμα του Κυρίου τους, το αρωμάτισαν, το τύλιξαν με καθαρό σεντόνι και αφού το έθαψαν σε καινούργιο τάφο, σφράγισαν την είσοδο του τάφου με μεγάλο λίθο.

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
Οι γυναίκες οι οποίες παραβρέθηκαν στον ενταφιασμό του Κυρίου, δηλαδή η Μαρία η Μαγδαληνή, η Ιωάννα του Χουζά και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου, όταν επέστρεψαν από το Γολγοθά στην πόλη, ετοίμασαν αρώματα και μύρα για να αλείψουν το σώμα του Ιησού. Και ενώ σκέπτονταν πως θα κυλήσουν τον λίθο από την είσοδο του τάφου ένας Άγγελος ανήγγειλε σ΄αυτές την Ανάσταση του Σωτήρα. Οι τρεις γυναίκες ανήγγειλαν την χαρμόσυνη είδηση στους μαθητές, στους οποίους ο Ιησούς εμφανίστηκε αρκετές φορές μετά την Ανάσταση.
Μετά το γεγονός αυτό της Ανάστασής του, πέρασε ακόμα 40 ημέρες στη γη και μετά Αναλήφθηκε, δηλαδή ανέβηκε προς τον ουρανό.
 

Ο ΠΑΛΑΙΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

Ο ΠΑΛΑΙΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ 
 
Α. Τα χωρΙα γιΑ τΟν "ΠαλαιΟ τΩν ΗμερΩν"

Ὁ Παλαιός τῶν Ἡμερῶν, ἐμφανίζεται στήν Ἁγία Γραφή σέ δυό βιβλία της. Τό πρῶτο εἶναι τοῦ Δανιήλ, καί τό δεύτερo της Ἀποκάλυψης. Ξεκινώντας ἀπό τό βιβλίο τοῦ Δανιήλ, θά δοῦμε ἀρχικά τήν περιγραφή τῆς ὅρασης αὐτῆς, ὅπου ἐμφανίζεται ὁ Παλαιός τῶν Ἡμερῶν: 
 
 ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΔΑΝΙΗΛ
 
«Ἐθεώρουν ἕως ὅτου οἱ θρόνοι ἐτέθησαν, καί παλαιός ἡμερῶν ἐκάθητο, καί τό ἔνδυμα αὐτοῦ λευκόν ὡσεί χιῶν, καί ἡ θρῖξ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ὡσεί ἔριον καθαρόν, ὁ θρόνος αὐτοῦ φλόξ πυρός, οἱ τροχοί αὐτοῦ πῦρ φλέγον·
10 ποταμός πυρός εἶλκεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ· χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτω, καί μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αὐτω· κριτήριον ἐκάθισε, καί βίβλοι ἠνεώχθησαν...
...22 ἕως οὐ ἦλθεν ὁ παλαιός ἡμερῶν καί τό κρίμα ἔδωκεν ἁγίοις Ὑψίστου, καί ὁ καιρός ἔφθασε καί τήν βασιλείαν κατέσχον οἱ ἅγιοι » Δανιήλ 7,9-10. 7,22.
 
Μετάφραση
Θωροῦσα, μέχρις ὅτου τέθηκαν οἱ θρόνοι, καί ὁ Παλαιός τῶν ἡμερῶν κάθησε, τοῦ ὁποίου τό ἔνδυμα ἦταν λευκό σάν χιόνι, καί οἱ τρίχες τοῦ κεφαλιοῦ του σάν καθαρό μαλλί· ὁ θρόνος του ἦταν σάν φλόγα φωτιᾶς· οἱ τροχοί του σάν φωτιά πού κατέφλεγε.
10. Ποταμός φωτιᾶς ἔβγαινε καί διαχεόταν ἀπό μπροστά του. Χίλιες χιλιάδες τόν ὑπηρετοῦσαν, καί χίλιες μυριάδες παραστέκονταν μπροστά του· τό κριτήριο κάθησε, καί τά βιβλία ἀνοίχτηκαν...
...μέχρις ὅτου ἦρθε ὁ Παλαιός τῶν ἡμερῶν, καί ἡ κρίση δόθηκε στούς ἁγίους του Ὑψίστου· καί ὁ καιρός ἔφτασε, καί οἱ ἅγιοι πῆραν τή βασιλεία.
Κατ' ἀρχήν, παρατηρώντας τά παραπάνω χωρία, βλέπουμε ὅτι δέν ὑπάρχουν σημαντικές διαφορές στό Ἑβραϊκό ἀπό τό Ἑλληνικό κείμενο, ὅσον ἀφορᾶ τόν Παλαιό τῶν Ἡμερῶν. Ἔχουμε λοιπόν ἕνα ἔγκυρο καί καθαρό κείμενο, γιά νά ἐρευνήσουμε τήν ταυτότητα τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν.
 
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ
 
Προτοῦ ὅμως δοῦμε πῶς κατανόησε τήν ταυτότητα αὐτή ἡ Ἐκκλησία, ἄς δοῦμε πῶς τήν ἀπεκάλυψε ὁ Θεός στόν Ἰωάννη, δίνοντάς του μία σχετική ὅραση τοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκάλυψης. Η Αποκάλυψη φανερώνει ὅτι στήν πραγματικότητα ὁ Παλαιός τῶν Ἡμερῶν, εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου!  Συγκεκριμένα: 
 
Ἀποκάλυψις 1,12-18: 
12 Καὶ ἐκεῖ ἐπέστρεψα βλέπειν τὴν φωνὴν ἥτις ἐλάλει μετ' ἐμοῦ· καὶ ἐπιστρέψας εἶδον ἑπτὰ λυχνίας χρυσᾶς, 13 καὶ ἐν μέσῳ τῶν ἑπτὰ λυχνιῶν ὅμοιον υἱῷ ἀνθρώπου, ἐνδεδυμένον ποδήρη καὶ περιεζωσμένον πρὸς τοῖς μαστοῖς ζώνην χρυσῆν· 14 ἡ δὲ κεφαλὴ αὐτοῦ καὶ αἱ τρίχες λευκαὶ ὡς ἔριον λευκόν, ὡς χιών, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ὡς φλὸξ πυρός, 15 καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὅμοιοι χαλκολιβάνῳ, ὡς ἐν καμίνῳ πεπυρωμένοι, καὶ ἡ φωνὴ αὐτοῦ ὡς φωνὴ ὑδάτων πολλῶν, 16 καὶ ἔχων ἐν τῇ δεξιᾷ χειρὶ αὐτοῦ ἀστέρας ἑπτά, καὶ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ ῥομφαία δίστομος ὀξεῖα ἐκπορευομένη, καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος φαίνει ἐν τῇ δυνάμει αὐτοῦ. 17 Καὶ ὅτε εἶδον αὐτόν, ἔπεσα πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ ὡς νεκρός, καὶ ἔθηκε τὴν δεξιὰν αὐτοῦ χεῖρα ἐπ' ἐμὲ λέγων· Μὴ φοβοῦ· ἐγώ εἰμι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος 18 καὶ ὁ ζῶν, καὶ ἐγενόμην νεκρὸς, καὶ ἰδοὺ ζῶν εἰμι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, καὶ ἔχω τὰς κλεῖς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ᾅδου.
 
Δεῖτε τήν κοινή περιγραφή τοῦ Δανιήλ καί τῆς Ἀποκάλυψης, ἡ ὁποία μας ἀποκαλύπτει ποιός ἦταν ὁ Παλαιός τῶν Ἡμερῶν. Και στά δυό βιβλία βλέπουμε τόν Υἱό τοῦ Ἀνθρώπου, καί στά δυό βλέπουμε ἄσπρα μαλλιά μέ τίς ἴδιες περιγραφές, βλέπουμε τή "φλόγα πυρός", βλέπουμε τό "καμίνι πεπυρωμένο", κλπ. Μόνο πού τά χαρακτηριστικά τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν τοῦ Δανιήλ, τά βλέπουμε νά τά ἔχει στήν Ἀποκάλυψη ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου! Εἶναι προφανές ὅτι τούς ταυτίζει: Θά σταθούμε λιγο καί στό ἑξῆς: Ἐκτός ἀπό τά ὅμοια χαρακτηριστικά πού εἴδαμε, στόν Δανιήλ, λέει γιά τόν Υἱό τού Ανθρωπου (δηλαδή γιά την ανθρώπινη φύση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ), ὅτι του δίνεται ἡ ἐξουσία να τόν ΛΑΤΡΕΥΟΥΝ οι ἄνθρωποι:
 
"ἐθεώρουν ἐν ὁράματι τῆς νυκτὸς καὶ ἰδοὺ μετὰ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ ὡς υἱὸς ἀνθρώπου ἐρχόμενος ἦν καὶ ἕως τοῦ παλαιοῦ τῶν ἡμερῶν ἔφθασε καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ προσηνέχθη" (Δανιήλ 7/ζ: 13). Όμως μόνο τόν Θεό επιτρεπεται νά λατρεύουμε! Ἄρα ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου,εἶναι ὀ Ίδιος ὁ Θεός πού ἔγινε ἄνθρωπος γιά ἐμᾶς. Μά τότε, ἄν στήν Ἀποκάλυψη ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ταυτίζεται μέ τόν Παλαιό τῶν Ἡμερῶν, γιατί στόν Δανιήλ ἀναφέρεται ξεχωριστά ὁ "Παλαιός τῶν Ἡμερῶν", ἀπό τόν «Υἱό τοῦ Ἀνθρώπου»; Μία πιό προσεκτική ματιά θά μᾶς τό δείξει: Προσέξτε, ὅτι ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου φτάνει "ἕως τοῦ Παλαιοῦ τῶν ἡμερῶν". Οὔτε πιό πάνω, οὔτε πιό κάτω. Μάλιστα φθάνει ἐκεί "ἐπί τῶν νεφελῶν". 
 
Μήπως θυμόσαστε πῶς ἀναλήφθηκε ὁ Χριστός στόν οὐρανό; Ἄς το θυμηθοῦμε:
«Καί ταῦτα εἰπών βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καί νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτόν ἀπό τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν» (Πράξεις 1/α΄ 9).
Στίς Πράξεις, μᾶς δείχνει τί ἔγινε μέχρι τή στιγμή πού τόν ἅρπαξαν οἱ νεφέλες. Στόν Δανιήλ, μᾶς δείχνει προφητικά τί συνέβη μετά ἀκριβώς από αὐτό πού εἴδαμε στίς Πράξεις. Οἱ νεφέλες, ἔφεραν τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ΣΤΟ ΥΨΟΣ ΤΗΣ ΘΕΪΚΗΣ. Αὐτό σημαίνει ὅτι "κάθισε στά δεξιά τοῦ Θεοῦ". Δόθηκε στήν νικήτρια ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, ΙΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΜΕ ΤΗ ΘΕΪΚΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΛΟΓΟΥ, στό πρόσωπο τῆς μίας ὑποστάσεως τοῦ Θεανθρώπου. Όταν λοιπόν βλέπουμε τόν Υἱό τοῦ Ἀνθρώπου νά φτάνει ὡς τόν Παλαιό τῶν Ἡμερῶν, αὐτό ἀκριβῶς μᾶς δείχνει: Ὄτι στην ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, δόθηκε ΘΕΪΚΗ ἐξουσία, ΝΑ ΛΑΤΡΕΥΕΤΑΙ ΩΣ ΘΕΟΣ, ὅπως ἦταν ἤδη στόν οὐρανό ἡ Θεϊκή Του φύση. Γι' αὐτό ἄλλωστε τόν ὀνομάζει: "Υἱό τοῦ Ἀνθρώπου". Γιά νά τονίσει τήν ἀνθρώπινη φύση του.
 
Β. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
 
Ἐπειδή ἡ Ἀποκάλυψη πού μας ξεκαθάρισε τήν ταυτότητα τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν, ἄργησε νά μπεῖ στόν κανόνα της Ἁγίας Γραφῆς γιά αἰῶνες, ὥσπου τήν ἔβαλε γιά πρώτη φορᾶ ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος, καί τήν καθιέρωσε ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδος, δέν ἦταν εὐρύτατα γνωστή. Καί ἔτσι τό ξεκαθάρισμα αὐτό ἄργησε γιά κάποιους αἰῶνες. Ὅμως μετά τήν εἰσαγωγή τῆς Ἀποκάλυψης στόν Κανόνα, ἔγινε πλέον ξεκάθαρη ἡ ταυτότητα τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν ἀπό ὅλη τήν Ἐκκλησία, ἔτσι ὥστε τόσο οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὅσο καί ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας νά τό διατυπώνουν σαφέστατα: Ἄς δοῦμε ὅμως, τί ἔγραψαν διάφοροι Πατέρες, καί τί ψάλλουμε γιά τό ζήτημα αὐτό στήν Ἐκκλησία:
 
- «Τήν δέ ἀνθρωπότητα αὐτοῦ, Υἱόν ἀνθρώπου ὀνομάζει». (Ἄγ. Ἀθανασίου, ἐπιστολή πρός Ἀντίοχον ἄρχοντα, οβ΄ ΒΕΠ 35, 121).
 
- «Ὁ Δανιήλ εἶδε τόν τύπο καί τήν εἰκόνα ὅσων ἐπρόκειτο νά συμβοῦν, δηλαδή ὅτι ὁ ἀόρατος Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ θά γινόταν ἄνθρωπος ἀληθινός, ὥστε νά ἑνωθεῖ μέ τή δικιά μας φύση» - Ἄγ. Ἰω. Δαμασκηνός. [Καί Δανιήλ εἶδε... τόν τύπον, καί τήν εἰκόνα τοῦ μέλλοντος ἔσεσθαι. Ἔμελλε γάρ ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ὁ ἀόρατος, ἄνθρωπος γίνεσθαι ἐν ἀληθείᾳ, ἴνα ἑνωθεῖ τή φύσει ἠμῶν... (Ἄγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Περί εἰκόνων, Λόγος γ΄ PG 85, 1380A).]
 
- «Στην  μορφή τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου, βλέπει (ὁ προφήτης) τήν ἐνσάρκωση τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ, ὀνομάζοντας Υἱό Ἀνθρώπου Αὐτόν πού ἔμελλε νά γεννηθεῖ ἀπό τή Μαρία» - Ἄγ. Ἀμμώνιος. [«Ὡς ὁμοίωσις Υἱοῦ ἀνθρώπου». Προθεωρεῖ τήν σάρκωσιν τοῦ Μονογενοῦς, Υἱόν ἀνθρώπου ὀνομάζων τόν μέλλοντα γενέσθαι Υἱόν τῆς ἁγίας Μαρίας καί ἐνανθρωπῆσαι. (Ἀμμώνιος, PG 56, 1380Α)].
 
- «Ἀλλά τί νά πῶ καί τί νά λαλήσω; Μέ ἐκπλήσσει τό θαῦμα. Ὁ Παλαιός τῶν Ἡμερῶν ἔγινε βρέφος, Αὐτός πού κάθεται σέ θρόνο ὑψηλό καί ἀπρόσιτο βρίσκεται στή φάτνη». - Ἄγ. Ἰω. Χρυσόστομος) ["Ἀλλά τί εἴπω, ἤ τί λαλήσω; Ἐκπλήττει γάρ μέ τό θαῦμα. Ὁ Παλαιός τῶν Ἡμερῶν παιδίον γέγονεν, ὁ ἐπί θρόνου ὑψηλοῦ καί ἐπηρμένου καθήμενος ἐν φάτνῃ τίθεται..." (Ἰω. Χρυσοστόμος, Λόγος εἰς γενέθλιόν του Σωτῆρος, PG 56, 389. Σύναξ. ΙΒ΄ σέλ. 677)].
 
- «Ἄς προσκυνήσει ὅλη ἡ γῆ, ἄς ψάλλει κάθε γλώσσα κι ἄς δοξολογήσει τόν Θεό ὡς βρέφος τεσσαρακονθήμερο καί προαιώνιο, βρέφος μικρό καί Παλαιό τῶν Ἡμερῶν, βρέφος πού θηλάζει καί Ποιητή τῶν αἰώνων» - Κύριλλος Ἱεροσολύμων. ["Πάσα ἡ γῆ προσκυνησάτω, πάσα γλώσσα ασάτω, πάσα ψαλλέτω, πάσα δοξολογησάτω παιδίον Θεόν, τεσσαρακονθήμερον καί προαιώνιον, παιδίον μικρόν καί Παλαιόν τῶν Ἡμερῶν, παιδίον θηλάζων καί τῶν αἰώνων ποιητήν". (Κύριλλος Ἱεροσολύμων, Λόγος εἰς τήν Ὑπαπαντήν, Δ΄ ΒΕΠ 39, 278.6).].

- «Ὁ δίκαιος Συμεών ὑποδέχθηκε στή γέρικη ἀγκαλιά του τόν παλαιό τῶν ἡμερῶν ὡς νήπιο, καί δόξασε τό Θεό λέγοντας: ἀπόλυσέ με τώρα τόν δοῦλο σου μέ εἰρήνη...» - Μεθόδιος Ὀλύμπου. ["Ὑπεδέξατο μέν ὁ δίκαιος ταίς γηραλέαις ἀγκάλαις τόν ἐν νηπιότητι Παλαιόν τῶν Ἡμερῶν, εὐλόγησε δέ τόν Θεόν καί εἶπε: νῦν ἀπολύεις..." (Μεθόδιος Ὀλύμπου, Εἰς τόν Συμεώνα καί εἰς τήν Ἄνναν..., ἡ΄ PG 18, 365 B).].
 
- «Ὁ Παλαιός τῶν Ἡμερῶν παιδίον γέγονε». - Μ. Ἀθανάσιος. (ΒΕΠ 36, 225.20).
 
- «Νηπιάζει δι’ ἐμέ ὁ Παλαιός τῶν Ἡμερῶν...» (Κάθισμα ὄρθρου ὑπαπαντῆς)
 
- «Ὁ Παλαιός τῶν Ἡμερῶν, πού καί παλιότερα στό Σινά ἔδωσε τόν νόμο στόν Μωυσή, φανερώνεται σήμερα ὡς βρέφος». - Στιχηρόν ἰδιόμελον λιτῆς Ὑπαπαντῆς. (Ὁ Παλαιός τῶν Ἡμερῶν, ὁ καί τόν νόμον πάλαι ἐν Σινᾷ δούς τῷ Μωσεῖ, σήμερον βρέφος ὀρᾶται).
 
- «Ὁ Παλαιός τῶν Ἡμερῶν, σάν τή βροχή στήν προβιά, κατέβηκε,Πάναγνε,στήν ἁγιασμένη σου κοιλιά, καί φανερώθηκε σάν νέος Ἀδάμ, ὁ φίλος του ἀνθρώπου». - Θεοτοκίον. ["Ὁ Παλαιός τῶν Ἡμερῶν, ὡς ἐπί πόκον ὑετός πάναγνε, ἐπί τήν σήν γαστέρα κατῆλθε τήν ἠγιασμένην, καί νέος ἐφάνη Ἀδάμ ὁ φιλάνθρωπος". (Θεοτοκίον ε΄ ὠδῆς ἀκολ. Ἄγ. Πολυκάρπου Σμύρνης, 23 Φεβρ.)].
 
- «Μέ ἀπερίγραπτο τρόπο γέννησες Παρθένε, τόν Παλαιό τῶν Ἡμερῶν σάν βρέφος μικρό, πού ἔδειξε στούς ἀνθρώπους καινούριους δρόμους ἀρετῆς πάνω στή γῆ». - Θεοτοκίον. ["Νέον παιδίον ὑπέρ λόγον τέτοκας, τόν Παλαιόν τῶν Ἡμερῶν, νέας ἐν γῇ τρίβους ἀρετῆς δεικνύμενον..." (Θεοτοκίον α΄ ὠδῆς ἀκολ. Ὁσίου Ἀθανασίου Ἀθωνίτου, 5 Ἰουλ.).].
 
- «Σάν βρέφος μικρό, γέννησες γιά χάρη μας Παρθένε ἁγνή, τόν Παλαιό τῶν Ἡμερῶν...» - Θεοτοκίον. ["Νέον βρέφος ἠμίν, τόν Παλαιόν Ἡμερῶν, ἁγνή Παρθένε ἀπεκύησας". (Παρακλητική, Θεοτοκίον α΄ ὠδῆς πλ. α΄, Παρασκευή πρωΐ).].
 
- «Ξεφεύγοντας παράδοξα ἀπό τούς νόμους τῆς φύσεως Παρθένε, ἔφερες στόν κόσμο ἁγνή, τόν νομοδότη καί Παλαιό τῶν Ἡμερῶν, σάν βρέφος πρωτόγνωρο, νοητέ οὐρανέ τοῦ ποιητῆ τῶν ὅλων». - Θεοτοκίον. ["Νόμους τῆς φύσεως Κόρη, ὑπέρ φύσιν λαθοῦσα, νέον Παιδίον ἐπί γῆς, ἐκύησας ἁγνή νομοδότην ὄντα, καί Παλαιόν Ἡμερῶν, νοητέ Οὐρανέ, τοῦ τῶν πάντων Ποιητοῦ. (Τριώδιον, Κυριακή Ε΄ Νηστειῶν, Θεοτοκίον θ΄ ὠδῆς).].
 
- “«Σάν Παντοκράτορα καί σάν Παλαιό. Γέρος μέν ἐμφανίσθηκε ὁ Θεός στόν Δανιήλ, ἔχοντας ἄσπρο τό κεφάλι του σάν καθαρό μαλλί, κατά τό ὁποῖο καί Παλαιός τῶν Ἡμερῶν ὀνομάσθηκε. ἀλλά καί νεώτερος ἀπό ἀσπρομάλλη γέροντα, ὅταν σάν ἄνδρας ἐμφανίσθηκε στόν Ἀβραάμ μέ τούς ἀγγέλους... Καί ἀσπρομάλλης καί νέος: Ἄλλοτε μέν ἀσπρομάλλης, ἄλλοτε πάλι νέος ὁ Κύριος γράφεται, ὅπως τό: «Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερα ὁ Ἴδιος, καί στούς αἰῶνες»” - Ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής. ["Ὡς Παντοκράτορα καί ὡς παλαιόν: Πολιός μέν ὤφθη ὁ Θεός τῷ Δανιήλ, λευκήν ἔχων τήν κεφαλήν ὡς ἐρίον, καθ' ὅ καί Παλαιός Ἠμερῶν ὠνομάσθη. νεώτερος δέ τοῦ πολιοῦ γέροντος, ὅταν ὡς ἀνήρ ὤφθη τῷ Ἀβραάμ μετά τῶν ἀγγέλων... Καί πολιός καί νέος: Πώς πότε μέν πολιός, πότε δέ νέος ὁ Κύριος γράφεται, ὡς τό? «Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός, καί εἰς τούς αἰώνας»". (Ἁγίου Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, "Σχόλια εἰς τά τοῦ Αγ. Διονυσίου: Εἰς τό περί Θείων ὀνομάτων, εἰς τό κεφάλαιον Ι).].
Εἶναι φανερό ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή καί ἡ ὑμνολογία καί οἱ λόγοι τῶν ἁγίων, δέν ἐπιτρέπουν καμιά ἀμφιβολία γιά τή γνώμη τῆς Ἐκκλησίας πάνω σ’ αὐτό τό θέμα.
  
Γ. Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ "ΠΑΛΑΙΟ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ"
 
Παρ' ὅλα τά ἀνωτέρω, ἔχουμε στό Πηδάλιο, στό σχολιασμό πού κάνει ὁ ἅγιος Νικόδημος γενικά γιά τούς Κανόνες τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μία δήλωση πού ἀρχικά μοιάζει παράταιρη στίς σαφέστατες θέσεις τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ταυτότητα τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν. Γιατί μοιάζει σάν ὁ ἅγιος Νικόδημος νά παραθεωρεῖ τό ὅτι ὁ Παλαιός τῶν Ἡμερῶν εἶναι ὁ Υἱός, καί ἐφαρμόζει τήν ἀπεικόνιση τοῦ γέροντος στόν Πατέρα. Γράφει λοιπόν ὁ ἅγιος Νικόδημος:
 
"Πρέπει νά σημειώσωμεν, ὅτι ἐπειδή ἡ παροῦσα Σύνοδος εἰς τήν ἐπιστολήν ὀποῦ στέλλει πρός τήν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίαν, μακαρίζει μέν ἐκείνους ὀποῦ ἠξεύρουν καί ἀποδέχονται, ἑπομένως δέ καί εἰκονίζουν καί τιμώσι τᾶς ὁράσεις καί θεοφανείας τῶν Προφητῶν, καθώς αὐτός ὁ Θεός ἐσχημάτιζε ταύτας καί ἐτύπωνεν εἰς τό ἡγεμονικόν αὐτῶν, ἀναθεματίζει δέ ἐξ ἐναντίας ἐκείνους, ὀποῦ δέν δέχονται τᾶς εἰκονογραφίας τῶν τοιούτων ὁράσεων πρό τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου (σελ. 905 τοῦ β΄ τόμου). Συμπεραίνεται ὅτι καί ὁ ἄναρχος Πατήρ πρέπει νά ζωγραφίζεται καθώς ἐφάνη εἰς τόν προφήτην Δανιήλ ὡς Παλαιός Ἡμερῶν... δέν ζωγραφοῦμεν Αὐτόν κατά τήν Θείαν φύσιν. Ἐπειδή ἀδύνατον φησιν, εἶναι ἱστορήσει καί ζωγραφῆσαι φύσιν Θεοῦ... ζωγραφοῦμεν Αὐτόν ὡς ἐφάνη εἰς τόν Προφήτην..."
Ἀρχικά νά σχολιάσουμε, ὅτι θά μποροῦσε κάλλιστα αὐτή ἡ δήλωση νά εἶναι ἕνα λάθος τοῦ ἁγίου Νικοδήμου. Γιατί Θεόπνευστοι καί Ἀλάθητοι εἶναι οἱ Κανόνες καί οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πού βρίσκονται στό Πηδάλιο, καί ὄχι ἡ ἑρμηνεία τους από τόν ἅγιο Νικόδημο. Φαίνεται ὅμως παράξενο, νά μή γνώριζε ὁ ἅγιος Νικόδημος αὐτό τό Θεολογικό ζήτημα, καί νά ἔκανε ἕνα τέτοιο λάθος. Μήπως λοιπόν θά τόν ἀδικούσαμε ἄν χαρακτηρίζαμε τή δήλωσή του αὐτή ἐσφαλμένη, πρίν ἐξετάσουμε τί ἀκριβῶς προσπαθεῖ νά πεῖ μέ τά λόγια αὐτά;
Προφανώς ὁ ἅγιος Νικόδημος ἔβλεπε τό θέμα βαθύτερα ἀπό τήν ἁπλή ἀπεικόνιση τῆς ὅρασης τοῦ Δανιήλ, γι' αὐτό ΔΕΝ ἦταν ἀντιφατική ἡ δήλωσή του αὐτή μέ τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅσο παράξενη καί ἄν φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως. Καί αὐτό θά προσπαθήσω νά δείξω στή συνέχεια: Μιλήσαμε προηγουμένως, γιά τό συμβολισμό τῆς ὅρασης αὐτῆς, ὡς πρός τήν ἄνοδο τῆς ἀνθρώπινης φύσης τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, στό ὕψος τῆς Θεϊκῆς Του φύσης. Τό πρῶτο λοιπόν πού πρέπει νά σκεφθοῦμε, εἶναι ἡ δήλωση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, περί τῆς ἀναλήψεώς του. Ποῦ εἶπε ὁ Κύριος ὅτι πάει; Ἄς δοῦμε: «Ἀναβαίνω πρός τόν πατέρα μου καί πατέρα ὑμῶν, καί Θεόν μου καί Θεόν ὑμῶν» (Ἰωάννης 20/κ΄17). Διαχωρίζοντας μέ τά λόγια αὐτά ὁ Ἰησοῦς, τόν ἑαυτό Του ἀπό τούς μαθητές του, (γιατί δέν λέει: «Πατέρα ΜΑΣ» ἤ «Θεό ΜΑΣ», ἀλλά «Πατέρα ΜΟΥ καί Πατέρα ΣΑΣ» καί «Θεό ΜΟΥ καί Θεό ΣΑΣ»), δείχνει τή διαφορά πού εἶχε ἀπό αὐτούς. Αὐτός ἦταν κατά φύσιν Υἱός τοῦ Θεοῦ κατά τή Θεϊκή Του φύση, ἐνῶ τῶν μαθητῶν τοῦ ἦταν μόνο κατά χάριν. Καί ἀκόμα, τοῦ Ἰησοῦ ὁ Πατέρας ἦταν Θεός Του, μόνο κατά τήν ἀνθρώπινη κτιστή Του φύση, ἐνῶ τῶν μαθητῶν Του ἦταν Θεός ὅλης τους τῆς ὕπαρξης! Κάνοντας λοιπόν τή διάκριση αὐτή, ξεκαθαρίζει  τήν Θεανθρώπινη φύση Του, κάτι πού μας θυμίζει ἔντονα τόν Υἱό τοῦ Ἀνθρώπου ἐνώπιον του Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν, δηλαδή τή συμβολική αὐτή ὅραση τοῦ Δανιήλ, πού ἔδειχνε τίς δυό φύσεις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ποῦ εἶπε λοιπόν, ὅτι ἀνεβαίνει ὁ Χριστός; «Στόν Πατέρα Του»! Γιατί ἡ ἀνθρώπινη φύση Του, ΔΕΝ ἔφθασε μόνο στό ὕψος τῆς Θεϊκῆς φύσεως ἁπλῶς τοῦ Υἱοῦ, ἀλλά καί τοῦ Ἰδίου τοῦ Πατρός, μία καί εἶναι ΙΣΟΙ κατά την  Θεότητα. Αὐτό εἶναι ἕνα πρῶτο στοιχεῖο, στό τί ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ στήν φανέρωση τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν.
Ἕνα δεύτερο στοιχεῖο, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ συμβολισμός τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν. Τί συμβόλισε; Δέν συμβόλισε τήν αἰωνιότητα; Ἄραγε μόνο ὁ Υἱός εἶναι «Παλαιός τῶν Ἡμερῶν»; Γιατί ἄν εἶναι ὁ Υἱός «Παλαιός τῶν Ἡμερῶν», εἶναι σαφέστατα και ο Πατέρας! Δέν εἶναι ὁ Υἱός παλαιότερος ἀπό τόν Πατέρα Του. Καί παρά τό ὅτι θά μπορούσαμε νά ἀναφέρουμε ἀμέτρητα ἄλλα παραδείγματα, θά ἀρκεσθοῦμε σέ ἕνα τρίτο, χαρακτηριστικό καί τελευταῖο ἐδῶ: Στήν ἀναφορά τῆς Θεότητας. Δέν εἶναι ἡ Ἁγία Τριάδα «ὁμοούσιος καί ἀχώριστος» κατά τήν Οὐσία; Εἶναι δυνατόν νά εἶναι ὁ Υἱός ἐκεῖ πού δέν εἶναι ὁ Πατέρας, καί ὁ Πατέρας, ἐκεῖ πού δέν εἶναι ὁ Υἱός; Δεῖτε τί εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστός: "ὁ ἐωρακώς ἐμέ ἐώρακε τόν Πατέρα· και πως σύ λέγεις, δεῖξον ἠμίν τόν Πατέρα; οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγώ ἐν τῷ Πατρί καί ὁ Πατήρ ἐν ἐμοί ἐστι;" (Ἰωάννης 14/ιδ΄10). Προσέξτε αὐτό τό ἐδάφιο! Εἶναι ΚΑΤΑΛΥΤΙΚΟ ὡς ἀπάντηση στό πρόβλημα πού ἐξετάζουμε. Λέει ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός: "Αὐτός πού εἶδε Ἐμένα, εἶδε τόν Πατέρα"! Καί εἴδαμε τόν Ἅγιο Νικόδημο νά μιλάει γιά «ἐμφάνιση τοῦ Πατρός», ἐκεῖ πού ἡ Ἐκκλησία ὁμόφωνα βλέπει νά ἐμφανίζεται ὁ Υἱός! Καί ὁ ἅγιος Νικόδημος, φυσικά ξέρει πολύ καλά τί γράφει. Γιατί οποιος εἶδε τόν «Παλαιό τῶν Ἡμερῶν» ἐν τῷ Υἱῷ, «εἶδε ΚΑΙ τόν Πατέρα» ,σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Παλαιός τῶν Ἡμερῶν, βεβαίως εἶναι ὁ Υἱός. Ὅμως εἶναι ταυτόχρονα ὁ Θεός. Ο ἕνας Θεός, γιατί Παλαιός τῶν Ἡμερῶν, εἴναι ολοκληρος ο Τριαδικός Θεός, καί ὄχι μόνο ἕνα ἀπό τά πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Και τά λόγια του Ἁγίου Νικοδήμου κρύβουν αὐτή τή βαθύτερη ἔννοια, καί ὄχι θεολογικό λάθος. Δέν χρειάζεται βεβαίως νά ἐξηγήσουμε, ὅτι ἡ ἀπεικόνιση τῆς Θεϊκῆς φύσεως τοῦ Χριστοῦ (καί γενικά τῆς Θεότητας) στήν ὅραση αὐτή, εἶναι καθαρά ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ, καί δέν τίθεται οὔτε κάν σκέψη γιά πραγματική ἀπεικόνιση τῆς ἀπερίγραπτης Οὐσίας τοῦ Θεοῦ! Ὁ ἀσπρομάλλης της ὅρασης αὐτῆς, συμβολίζει ἁπλῶς τό «ἄναρχο», καί (λόγω συνειρμῶν σκεπτόμενοι ἕναν ἔμπειρο ἡλικιωμένο), τή «σοφία» καί τή «δικαιοσύνη» τοῦ Θεοῦ. Τίποτα δέν ἀπεικονίζει ὡς πρός τήν Οὐσία τοῦ Θεοῦ.
 
ΠΗΓΗ
ΥΨΙΠΕΤΗΣ ΑΕΤΟΣ
 

Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΣ 
 
Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
 
Ο Παλαιός των Ημερών
Ενώ ο άνθρωπος μπορεί να είναι με τη χάρη του Θεού και τις δικές του προσπάθειες σχετικά μόνο άγιος, ο Θεός είναι απόλυτα άγιος, δηλαδή είναι άγιος εκ φύσεως, από την ουσία και την ύπαρξη του. Ως άγιος ο Θεός δεν έχει καμιά ηθική ατέλεια, αγαπά μόνο το αγαθό και αποστρέφεται την αμαρτία.
Εμπρός στην αγιότητα του Θεού ο άνθρωπος αισθάνεται δέος και απεριόριστο σεβασμό. Και το σεβασμό αυτό εκδηλώνει με τους λόγους, τα έργα και τη λατρεία του. Με συστολή και ευλάβεια προφέρει το όνομα του Θεού. Όταν πρόκειται να εκτελέσει μια πράξη, διερωτάται αν η πράξη αυτή είναι σύμφωνη με το θέλημα του Θεού. Και τέλος με σοβαρότητα, αφοσίωση και κατάνυξη υμνεί, δοξάζει, ευχαριστεί και ικετεύει το Θεό.
 
 
Η ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ
 
Ο άνθρωπος έχει την ακατάσχετη επιθυμία να πλησιάσει και να γνωρίσει το Θεό, επειδή είναι δημιούργημα Αυτού. Στο χώρο της φύσεως γνωρίζει ο άνθρωπος το Θεό έμμεσα, με τη λογική σκέψη του, ενώ στο χώρο της Εκκλησίας Τον γνωρίζει άμεσα, με ολόκληρη την ψυχική του ζωή.
Ο φυσικός κόσμος μας υπενθυμίζει διαρκώς την ύπαρξη του Θεού. Ο Θεός φανερώνει στους ανθρώπους ότι μπορεί να τους γίνει γνωστό γι' Αυτόν. Γιατί οι αόρατες ιδιότητες του, δηλαδή η αιώνια δύναμη του και η θεότητα του, βλέπονται καθαρά αφότου δημιουργήθηκε ο κόσμος, καθόσον γίνονται νοητές δια μέσου των δημιουργημάτων του. Παράλληλα όμως στη ζωή αυτή βλέπουμε τον Θεό σαν σε καθρέφτη αμυδρά, ενώ στο μέλλοντα αιώνα, θα βλέπουμε πρόσωπο προς πρόσωπο (Α' Κορ. 13,12). Αυτό σημαίνει ότι η ουσία του Θεού είναι ασύλληπτη και ακατάληπτη από τον άνθρωπο. Μόνο η ύπαρξη και οι ιδιότητες του Θεού μας είναι προσιτές, κι αυτές όχι τέλεια.
 
Παρατηρώντας λοιπόν και μελετώντας τον κόσμο προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο Θεός, ο δημιουργός αυτού του κόσμου, είναι παντοδύναμος, πανταχού παρών, αιώνιος, πάνσοφος, παντογνώστης, άγιος, δίκαιος, πανάγαθος, γεμάτος από αγάπη, ευσπλαχνία, μακροθυμία κλπ.
Ο πιστός μέσα στο λειτουργικό χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας γνωρίζει το Θεό βιωματικά. Ο αόρατος και ακατάληπτος Θεός γίνεται ορατός και αντιληπτός (μόνο βιωματικά, δηλαδή με την ψυχική εκείνη κατάσταση που δημιουργείται από την προσωπική επικοινωνία με το Θεό μέσα στη Θεία Λατρεία. Ο πιστός γνωρίζει το Θεό ως αγάπη και ζει την ειρήνη και τη μακαριότητα της παρουσίας Του.
 
Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΡΙΣΑΓΙΟΥ ΥΜΝΟΥ
ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ
 
Στο πρώτο μέρος της Θείας Λειτουργίας και την ώρα που ψάλλεται από το χορό ο τρισάγιος ύμνος ("Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος ελέησον ημάς"), ο ιερέας απευθύνει στο Θεό Πατέρα την παρακάτω ευχή, που λέγεται «ευχή του τρισάγιου ύμνου».
«Άγιε Θεέ, Συ που ευαρεστείσαι στους αγίους και ανυμνείσαι με τον τρισάγιο ύμνο από τις αγγελικές τάξεις των Σεραφείμ και δοξολογείσαι από τα Χερουβείμ και προσκυνείσαι απ' όλες τις επουράνιες δυνάμεις· Συ που έφερες τα πάντα από την ανυπαρξία στην ύπαρξη· Συ που έκτισες τον άνθρωπο κατά τη δική σου εικόνα και ομοίωση και τον καταστόλισες μ' όλα σου τα χαρίσματα· Συ που δίνεις σοφία και σύνεση σ' εκείνον που την ζητεί και δεν παραβλέπεις τον αμαρτωλό, αλλά όρισες τη μετάνοια για να σωθεί· Συ που αξίωσες εμάς τους ταπεινούς και ανάξιους δούλους σου και την ώρα τούτη να στεκόμαστε μπροστά στη δόξα του αγίου θυσιαστηρίου σου και να σου προσφέρουμε την προσκύνηση και τη δόξα που σου οφείλεται· Συ, Κύριε, δέξου και από το στόμα μας το αμαρτωλό τον τρισάγιο ύμνο και ρίξε σε μας το βλέμμα της αγαθότητας σου· Συχώρεσε μας όλα τα αμαρτήματα που κάναμε είτε με τη θέληση μας είτε χωρίς να το θέλουμε. Αγίασε τις ψυχές και τα σώματα μας και αξίωσε μας να σε λατρεύουμε με ευλάβεια σ' όλη μας τη ζωή, με τη μεσιτεία της αγίας Θεοτόκου και όλων των αγίων, οι οποίοι ανέκαθεν σου έδωσαν χαρά γιατί έζησαν όπως ήθελες. Γιατί Συ είσαι ο Θεός μας ο άγιος και σε σένα, τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα απευθύνουμε τη δοξολογία μας και τώρα και πάντοτε και σ' όλους τους αιώνες».
 
Ο λειτουργικός ύμνος "Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος ελέησον ημάς" λέγεται τρισάγιος ύμνος, επειδή επαναλαμβάνεται σ' αυτό τρεις φορές η λέξη άγιος και επειδή απευθύνεται στον τρισυπόστατο Θεό. Δηλαδή, άγιος είναι ο Θεός, ο άναρχος Πατέρας, άγιος ισχυρός, ο συνάναρχος Υιός, άγιος αθάνατος, το Πνεύμα το Άγιο. Ο τρισάγιος ύμνος λέγεται και αγγελικός, γιατί προήλθε από το γνωστό αγγελικό ύμνο του οράματος του προφήτη Ησαΐα.
Ψάλλοντας η στρατευόμενη (επίγεια) Εκκλησία τον τρισάγιο ύμνο ενώνει τη φωνή της με τα λειτουργικά πνεύματα, τους αγγέλους, και τους αγίους της θριαμβεύουσας Εκκλησίας σε μια παγκόσμια λατρευτική δοξολόγηση του Τριαδικού Θεού. Τη στιγμή αυτή ο λαός του Θεού γίνεται ισότιμος με τις ασώματες και νοερές δυνάμεις του Ουρανού. Ο τρισάγιος ύμνος, με τον οποίο ο πιστός λαός υμνεί την αγιότητα του Θεού, αποκαλύπτει τη μελλοντική ένωση και ισοτιμία του λαού αυτού με τους αγγέλους.
Αλλά ο τρισάγιος ύμνος και η ευχή του έχουν και δοξολογικό και ικετευτικό χαρακτήρα. Ο ιερέας μαζί με το πλήρωμα της Εκκλησίας δοξάζει πρώτα το Θεό της αγάπης για τη δημιουργία του σύμπαντος από το μηδέν, για την πλάση του ανθρώπου κατά τη δική του εικόνα και ομοίωση, για το απέραντο έλεος του προς τους αμαρτωλούς. Ζητεί κατόπιν τη συχώρεση των αμαρτιών μας και τον αγιασμό μας για να τον λατρεύουμε όπως πρέπει σ' όλη μας τη ζωή.
 
 

Η ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Η ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ 
 

Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΡΟΣΙΤΟΣ ΣΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ
 
Κατά τη χριστιανική πίστη ο Θεός είναι "μυστήριο", είναι ακατάληπτος και αχώρητος στο νου μας. Έτσι, είναι αδύνατο να σχηματίσουμε πλήρη εικόνα της ουσίας του, όπως επίσης είναι αδύνατο να βρεθούν χαρακτηρισμοί και ονόματα, που να μπορούν να εκφράσουν πλήρως την ουσία και το περιεχόμενο της έννοιας «Θεός».
Ο Θεός είναι αόρατος, ασύλληπτος, υπερβατικός, πέρα απ' όλα τα λόγια, πέρα από κάθε κατανόηση. Ο Θεός είναι άπειρος και τέλειος και γι' αυτό δεν μπορεί να γίνει κατανοητός από μας τους ατελείς και πεπερασμένους. Όπως είναι αδύνατο να χωρέσει μέσα σ' ένα ποτήρι ολόκληρος ο ωκεανός, έτσι είναι αδύνατο να χωρέσει μέσα στο ανθρώπινο μυαλό ο άπειρος κα ανεξιχνίαστος Θεός.
 
 
Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΕΘΕΚΤΟΣ ΣΤΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ
 
Ο Θεός μπορεί να είναι άπειρος και ασύλληπτος με το νου και τις αισθήσεις μας, ωστόσο η άπειρη αγάπη του δεν άφησε να πλανιόμαστε μέσα στο σκοτάδι της άγνοιας. Ο Θεός δεν άφησε τον εαυτό του άγνωστο και κρυμμένο. Όλος ο ορατός κόσμος που μας περιβάλλει αποτελεί ένα πρώτης τάξεως καθρέπτη μέσα από τον οποίο μπορούμε να πάρουμε μια πρώτη γεύση του θεϊκού μεγαλείου.
Εκτός από τη φυσική αυτή οδό γνώσεως του Θεού, εμείς οι Χριστιανοί έχουμε και την αποκάλυψη που μας έκανε ο ίδιος ο Υιός του με την Ενανθρώπηση του. Όμως και οι δύο αυτοί τρόποι (φυσικός και εξ αποκαλύψεως) γνώσεως του Θεού είναι ατελείς, αφού η ουσία του Θεού είναι απρόσιτη.
Γι' αυτό οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε ότι η  ουσία του Θεού είναι άγνωστη και άρρητη (δε λέγεται) και μόνο «τα περί τον Θεόν» μπορούμε να γνωρίσουμε. Για περισσότερη κατανόηση του θέματος ο Πατέρες της Εκκλησίας κάνουν διάκριση ανάμεσα στην ουσία και τις ενέργειες του Θεού. Και η μεν ουσία είναι ακατάληπτη, ενώ οι ενέργειές του για τον κόσμο και ιδιαίτερα για τον άνθρωπο είναι «μεθεκτές» (κατανοητές) από την αντιληπτική ικανότητα του ανθρώπου, αρκεί βέβαια αυτός να φτάσει σε
κάποιο βαθμό τελειότητας.
Τη «μέθεξη» αυτή των ενεργειών του Θεού μπορούν να την πετύχουν όλοι οι πιστοί. Όταν η μέθεξη των ενεργειών του Θεού φτάσει στο ύψιστο σημείο της (τελείωση, τότε έχουμε τη «θέωση» του ανθρώπου, η οποία βέβαια δε σημαίνει ότι προσεγγίζουμε και την ουσία του Θεού. Απλώς γινόμαστε «θεοειδείς», όχι όμως και θεοί.
 
 
ΚΑΤΑΦΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
 
Δύο είναι οι τρόποι ή οι μέθοδοι με τις οποίες ο άνθρωπος μπορεί να προσεγγίσει τη γνώση του Θεού, η αποφατική και η καταφατική.
Η αποφατική μέθοδος προσεγγίζει την έννοια του Θεού, δουλεύοντας με αφαιρέσεις και αποφάσκοντας (εξ ου και αποφατική) από την έννοια του Θεού ότι ατελές, σχετικό και πεπερασμένο παρατηρείται στη φυσική τάξη των πραγμάτων. Έτσι αποφάσκει το θάνατο καλώντας το Θεό αθάνατο, τη φθορά καλώντας τον άφθαρτο, το όνομα καλώντας τον ανώνυμο κ.ο.κ. Των επιθέτων πού χρησιμοποιεί για να εκφράσει την έννοια του Θεού, προηγείται το στερητικό άλφα (α-χώρητος, ά-φθαρτος, α-νώνυμος, α-κατάληπτος,  α-χώρητος κ.λπ.). Ο νους, αφαιρώντας από το Θεό ότι είναι σχετικό και περιορισμένο, φθάνει σιγά -σιγά στον εσώτερο πυρήνα του θείου όντος, ο οποίος φυσικά είναι αδιάγνωστος, εισδύει στης θεία αγνωσία, όπου λαμπρύνεται και θεοποιείται.
Η καταφατική πάλι μέθοδος, ξεκινώντας και αυτή από το φυσικό κόσμο, καταφάσκει (εξ ου και καταφατική) στον υπέρτατο βαθμό όλες τις τελειότητες και κάθε ιδέα αγαθού, που παρατηρούνται στα λογικά κτίσματα. Λόγου χάρη, αν ο άνθρωπος είναι αγαθός, ο Θεός νοείται πανάγαθος. Αν ο άνθρωπος είναι δυνατός, ο Θεός είναι παντοδύναμος. Αν ο άνθρωπος είναι άγιος, ο Θεός είναι πανάγιος.
Τόσο οι αποφατικές όσο και οι καταφατικές προσηγορίες του Θεού είναι μεν ανθρώπινες, βασισμένες όμως στο λόγο της θείας αποκαλύψεως, όπως αυτός φανερώνεται στις άγιες Γραφές, οι οποίες εκφράζουν τη ζωντανή σχέση του Θεού με την εξωτερική δημιουργία, όπως αυτή αντανακλάται στις ενέργειες του Θεού στον κόσμο.
 
Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΨΗΛΑΦΗΤΟΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
 
Ο Θεός, ως αμέθεκτος και απρόσιτος, βρίσκεται έξω και πάνω από τον κόσμο που δημιούργησε από το μηδέν. Όμως οι ενέργειες του (παντοδυναμία, πανσοφία, αγαθότητα, προνοητικότητα για τον κόσμο), καρπός της άπειρης αγάπης του για τα δημιουργήματα του, τον φέρνουν μέσα στον κόσμο. Δε χρειάζεται παρά μια απλή ματιά στην ανθρώπινη ιστορία, για να ψηλαφήσουμε στην κυριολεξία την πανταχού παρουσία του Θεού.
Οι ενέργειες του Θεού αρχίζουν από την εκ του μηδενός δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, την αποστολή του Υιού Του στον κόσμο και τη διαρκή παραμονή Του κοντά μας (Εκκλησία - Άγιο Πνεύμα), μέχρι να γίνουμε μέτοχοι της Βασιλείας Του.
Φυσικά υπάρχουν και άλλες ιδιότητες του Θεού, όπως η παγγνωσία, η πανσοφία, η παντοδυναμία, η πανταχού παρουσία, η αγιότητα, η δικαιοσύνη και η αγάπη, οι οποίες, μαζί με τις ενέργειες Του, μας δίνουν μια εικόνα του ποιος είναι ο Θεός των χριστιανών.
Συμπερασματικά, ο Θεός, κατά τη χριστιανική πίστη, είναι αυτός από τον οποίο αρχίζει η ιστορία του κόσμου και του ανθρώπου (Δημιουργία), ο οποίος εξακολουθεί να βρίσκεται ανάμεσα μας και μας προστατεύει, μας φροντίζει και μας κατευθύνει στον προορισμό για τον οποίο ήρθαμε στον κόσμο και ο οποίος θα μας κρίνει όταν έρθει η συντέλεια των αιώνων, για να καταλήξουμε και πάλι σ' αυτόν από τον οποίο πήραμε την ύπαρξη μας.
 
 

Η καταφατική και αποφατική ορθόδοξη θεολογία

Η καταφατική και αποφατική ορθόδοξη θεολογία
H ορθόδοξη θεολογία διακρίνεται σε καταφατική και αποφατική. Στὴ καταφατική της Αγίας Γραφής , δύναται να προσδιοριστεί τί είναι Θεός ενώ στὴν αποφατική να προσδιοριστεί τί δεν είναι Θεός. Έτσι, μὲ καταφάσεις και αρνήσεις, να προσεγγίσει ο άνθρωπος τὸ μυστήριό του Θεού.
Ωστόσο η ενέργεια του καταφάσκω, αποτελεί πράξη επιβεβαίωσης και αποδοχής της πραγματικότητας όπως την ορίζει ο ανθρώπινος κοινός νους. Συμβαίνει το ίδιο και με την απόφαση; Υπάρχει συγκατάθεση και συναίνεση του ανθρώπινου νου ή ενδόμυχα προκύπτει πνεύμα αποδοκιμασίας;
Η προσέγγιση ενός όρου όπως η απόφαση, αποτελεί επιτυχής θεολογική επίτευξη στην εποχή μας διότι δεν είναι εύκολο να κατανοήσει και να παραδεχθεί τη γνωσιολογική σημασία του αποφατισμού. Η γνώση γι’ αυτόν έχει αποκλειστικά καταφατικό χαρακτήρα και γι’ αυτό ο αποφατισμός νοείται ως άρνηση της γνώσης. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι η άποψη αυτή γίνεται ανεπιφύλακτα αποδεκτή, όχι μόνο από τον απλό μέσο άνθρωπο, αλλά ακόμη και από την επιστήμη. Αν όμως μια τόσο γνωσιολογική άποψη θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι σωστή και να ισχύει για την επιστήμη, τη φύση και γενικότερα για την κτιστή πραγματικότητα, δεν μπορεί να έχει καμιά ισχύ για την άκτιστη φύση του Θεού.
Στα πλαίσια της έρευνας, αντλώντας πολύτιμο θεολογικό υλικό από συγγραφείς μελετητές της ορθοδόξου κληρονομιάς, αλλά ιδιαίτερα από τον Μάξιμο τον Ομολογητή, έναν από τους σημαντικότερους Θεολόγους και εκκλησιαστικούς συγγραφείς του Βυζαντίου, θα προσπαθήσουμε να ορίσουμε και να αναλύσουμε με βάση την ορθόδοξη θεολογική προσέγγιση, τους όρους «κατάφαση» και «απόφαση», καθώς και τον ρόλο τους στην ορθόδοξη χριστιανική θεολογία.
Η Κατάφαση ως παιδαγωγική εναρκτήρια οδό, της θεολογίας
Στην Ορθόδοξη θεολογία υπάρχουν δύο θεολογικοί δρόμοι προσπέλασης προς το Θείο μυστήριο. Οι δρόμοι αυτοί οδηγούν ο μεν πρώτος στην καταφατική ο δε δεύτερος, στην αποφατική θεολογία. Η πρώτη μορφή της θεολογίας αποτελεί την αρχική και παιδαγωγική οδό, και χωρίς αυτή δεν πρόκειται ποτέ κανείς να φθάσει "ακινδύνως" στην δεύτερη. Η καταφατική θεολογία, αποτελεί αρχή και οδηγό. Είναι κατήχηση. Είναι γνώση της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Είναι κήρυγμα προς τους ορθοδόξους, ως αρχικό στάδιο πνευματικής ζωής. Είναι κάλυψη λογική των "δούλων" και των "μισθωτών." Όσο άσχημο είναι να μείνει κανείς μόνιμα στην αρχή, άλλο τόσο, ίσως και περισσότερο επικίνδυνο, είναι να νομίσει κανείς, ότι η θεογνωσία αποτελεί νοησιαρχική κατάκτηση, που προκύπτει χωρίς προσωπική εμπειρία. Άλλωστε χωρίς παιδαγωγική μέθοδο, είναι αδύνατο από την Εκκλησία να φτάσει κανείς υπερβατικά, στην πνευματική κατάσταση να βλέπει το Θείο και άκτιστο φώς.
Η κατάφαση, ως φυσική ανάγκη για την ερμηνεία της δημιουργίας
Ενδείξεις περί της υπάρξεως του Θεού, εκτός της ορθοδόξου θεολογικής προσέγγισης, υπήρχαν ανέκαθεν στα πλαίσια της κοσμολογίας, η οποία ως αφετηρία έχει την υπόσταση γενικά του κόσμου ως δημιουργήματος, καθώς και την σκόπιμη συγκρότησή του. Η παρατήρηση των γεγονότων που συμβαίνουν στο σύμπαν, έχει πείσει ότι τίποτε τυχαίο και αναίτιο δεν υπάρχει στη γένεση και τη ζωή των όντων. Κάθε τι που υπάρχει, κάθε ζωντανό ον, είναι αποτέλεσμα μιας άλλης αρχής, η οποία το γέννησε και το παρήγαγε. Η όλη παραπάνω τέλεια συγκρότηση, συνηγορεί καταφατικά στο ενδεχόμενο της συμμετοχής, μιας ανώτερης δύναμης στο έντεχνο συντονισμό της «θείας καταφατικής διοικήσεως» του σύμπαντος. Για τον παραπάνω λόγο και πριν καν ο ανθρώπινος νους κατανοήσει χαρισματικά την βιβλική δημιουργία της πλάσης, έχει τις τέλειες καταφατικές, κοσμολογικές ενδείξεις, ότι ένα υπερτέλειο θείο ον, με αγαθότητα, δικαιοσύνη, αγιότητα και αγάπη δημιούργησε κάτι το πολύ ανώτερο, δημιούργησε τα πάντα. Στη σκέψη του αυτή, ο άνθρωπος για πρώτη φορά συναντά, την κατάφαση στη θεολογία.
Ο όρος κατάφαση, στην αναζήτηση του Θεού
Στα πλαίσια της οντολογικής αναζήτησης του Θεού, ως εσωτερική ανάγκη και επιθυμία, ο θεολόγος, δύναται να Του αποδώσει πολλές ονομασίες τις λεγόμενες θεωνυμίες. Οι θεωνυμίες προέρχονται κατά βάση από την αρχική θεολογική εμπειρία και λόγω της συνειρμικής νοητικής αδυναμίας της αντίληψης του άυλου και υπερβατικού Θεού, αιτιωδώς, ο Θεός παρουσιάζεται με συμβολικές παραστάσεις ακόμα και με χέρια και πόδια. Ο συμβολικός αυτός τρόπος, που προέρχεται από την εμπειρία της ζωής του Χριστιανού, εκ των πραγμάτων και λόγω της ενδοκοσμικότητας του ανθρώπου, έχει προτεραιότητα στη ζωή, «εκ φύσεως». Ότι χειροπιαστό κατέχει και αισθάνεται, μπορεί να το αποδείξει, άρα και να το κατανοήσει. Αποδέχεται λοιπόν ο άνθρωπος την καταφατική θεολογική σκέψη, πρωταρχικά ενστικτωδώς, μελετώντας το Θεό ως οντότητα.
Η καταφατική προσιτή φύση του Θεού
Η καταφατική θεολογία, στηρίζεται σε καταφατικούς περί Θεού ορισμούς, σημαντικότερος των οποίων είναι η απόλυτη ιδέα του όντος. «Εγώ ειμί ο ών». Έτσι αποκαλύπτεται ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης στον Μωυσή, δίνοντας την πρώτη Του, οντολογική υπόσταση. Συνεπώς η κατάφαση στο «θεολογείν» λαμβάνει «θείο εναρκτήριο λάκτισμα» Η θεμελίωση της στη συνέχεια, γίνεται από τον ίδιο το Χριστό, κατά το μυστήριο της θείας ευχαριστίας, την ανάμνηση του μυστικού δείπνου με τους μαθητές του. Η θέληση του θεανθρώπου να εισάγει στην τελευταία του συνάντηση με τους συνεχιστές του Χριστιανισμού, Αποστόλους μαθητές Του, την υλική, κοσμική, περιγραφική, συμποσιακή συνάθροιση, δίνει την εξ αρχής διαπίστευση στην καταφατική προσέγγιση της μετέπειτα χριστιανικής λατρείας.
Ο όρος της αποφατικής θεολογίας
Η αποφατική θεολογία αποτελεί, την ανώτερη ορθόδοξη θεολογία. Είναι η ταπείνωση της σκέψης μπρος στην απεραντοσύνη του μυστηρίου του Θεού. Είναι η άρνηση να εξαντλήσει κανείς σε σκέψεις και νοήματα την γνώση του Θεού, ο οποίος υπερβαίνει κάθε σκέψη και κάθε νόημα. Αρχίζει όταν «καταλάβει ο άνθρωπος ότι δεν πρέπει να θεωρεί ως "κάτι" το μυαλό του, ούτε να καμαρώνει γι' αυτό. Είναι ο λόγος του Σιλουανού, ότι ο Θεός και βλεπόμενος παραμένει μυστήριο.
H αποφατική θεολογία κατά την ερμηνεία της, θεωρήθηκε ως φιλοσοφία επηρεασμένη από την αρχαιοελληνική πλατωνική θεώρηση. Αναμφίβολα υπάρχουν κάποιες εξόφθαλμες ομοιότητες, που αφορούν στην ορολογία μεταξύ του Πλάτωνα (ή και των Νεοπλατωνικών ακόμα) και των Πατέρων της Εκκλησίας. Κάνοντας όμως μια βαθύτερη διερεύνηση, εντοπίζουμε ότι υπάρχει, μία ουσιαστική διαφορά, μεταξύ της ορθόδοξης αποφατικής θεολογίας και της ελληνικής αντίληψης περί του Θεού. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, φτάνουμε στη γνώση του Θεού μέσω της προγενέστερης θεώρησης «της ψυχής», ιδιαίτερα καθ’ όσον αυτή γεννά κάτι και μεταφέρει «μια διαρκή ροή του είναι» και στη συνέχεια μέσω της θεώρησης «της τάξης, η οποία υπάρχει στην κίνηση των άστρων», δηλαδή «ο λόγος, ο οποίος ταξινόμησε το σύμπαν» Η γνώση του Θεού κατά τον Πλάτωνα, γίνεται μέσα από την έκσταση, η οποία είναι μία εμπειρία, που για τους Πατέρες της Εκκλησίας είναι δαιμονική. Κατά την έκσταση εξέρχεται το λογιστικό του ανθρώπου από το χώρο και τον χρόνο, καθώς και από την διαδοχική σκέψη και ενώνεται με το αμετάβλητο. Μέσα σ’ αυτή την διαδικασία το σώμα , είναι κάτι το κακό ή το αρνητικό, για τον λόγο αυτό δεν συμμετέχει στην εμπειρία της εύρεσης του Θεού.
Η όλη «αποφατική Θεολογία» του Πλάτωνα αφορά τελικά, στην αφαίρεση από την ανθρώπινη σκέψη όλων των ελαττωμάτων της περιορισμένης ανθρώπινης σκέψεως. Είναι εμφανής, η προσπάθεια να απαλλαγεί ο άνθρωπος, όχι από τα κτιστά, αλλά από τα μεταβλητά. Και αυτό διότι για τον Πλάτωνα, δεν υπάρχει η δημιουργία εκ του μηδενός και άκτιστος ύπαρξη δεν υπάρχει διάκριση δηλαδή μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Ενώ το βασικό δόγμα, της Χριστιανικής θεολογίας είναι η σαφής διάκριση μεταξύ κτιστού και ακτίστου, καθώς και το ότι μεταξύ κτιστού και ακτίστου δεν υπάρχει καμιά ομοιότητα.
Διάκριση καταφατικής - αποφατικής οδού, από την σχολαστική θεολογία
Ότι φαίνεται όμοιο, ή μοιάζει με όμοιο, κατά κανόνα αν δεν διέπεται από τις ίδιες δογματικές αρχές, φέρει πηγαία και ουσιαστική διαφορετικότητα. Στην μακρά διαφορετική πορεία του ορθοδόξου δόγματος από την δυτική μεθοδολογία και λόγω της ομόηχης προσέγγισης, υπάρχει η σύγχυση σε ορθόδοξα εγχειρίδια δογματικής κατόπιν απλούστευσης, ότι η κατάφαση και η απόφαση αποτελούν αν όχι ταυτόσημες, ανάλογες έννοιες και μέθοδοι, με την δυτική διαλεκτική και προβληματική της θετικής και αρνητικής θεολογίας των σχολαστικών.
Η δυτική μεθοδολογία των σχολαστικών, στηρίζεται κατά βάση, στην ενιαία διαλεκτική, ανεξάρτητα τα γνωρίσματα, τις έννοιες και τα ονόματα που χρησιμοποιούνται ως περιβολή. Η όλη λογική αναζήτηση και ανάλυση που χρησιμοποιείται κατά την μεθοδολογία αυτή, οδηγεί πρωτίστως στην θετική οδό, (via affirmationis), όπου κατά την «σύλληψη» του θείου, του αποδίδονται γνωρίσματα και ονόματα. Το περιεχόμενο των ονομάτων που αποδίδονται στο Θεό, αποτελεί υποσύνολο της κτιστής πραγματικότητας. Στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη οδός, η αρνητική (via negationis), όπου πλέον ο Θεός παρουσιάζεται ως άυλος και αιώνιος. Είναι αντιληπτό στην παραπάνω θεώρηση, ότι απουσιάζει η εμπειρία των ορθοδόξων από την οποία πηγάζει η καταφατική ορθόδοξη θεολογία, καθώς επίσης δεν γίνεται, καμία συσχέτιση των ορισμών τις αρνητικής θεολογίας, με την φωτοφάνεια, την θέα του Θεού, το θείο και άκτιστο φώς των ορθοδόξων. Απεναντίας στην όλη θεώρηση της δυτικής μεθοδολογίας, γίνεται αντιληπτή μια διαλεκτική και νοητική πορεία που με λογικές ερμηνείες και ονοματισμούς, διαμέσου της κτιστής πραγματικότητας, χωρίς Θεοφάνεια γίνεται η αναζήτηση της ύπαρξης του Θεού.
Στη θεολογία των Σχολαστικών θεολόγων είναι σαφές, ότι με την θετική οδό, αποδίδονται ονόματα στο Θεό, αλλά και με την αρνητική, στερητική οδό, αφαιρούμε αυτά τα ονόματα από το Θεό, όχι για να μη τα αποδώσουμε σε Αυτόν , αλλά για να καθαρίσουμε τα ονόματα αυτά από όλα τα ελαττώματά τους. Κάτι τέτοιο όμως δεν γίνεται στης ορθόδοξη καταφατική και αποφατική θεολογία όπου, η μέθοδος αποδόσεως ονομάτων στο Θεό είναι απλή. Δηλαδή αποδίδονται ονόματα και αφαιρούνται ονόματα, χωρίς να γίνονται αποδεκτοί, κανόνες της λογικής, γιατί οι κανόνες της λογικής ισχύουν, μόνο για τα κτίσματα του Θεού. Για το Θεό δεν ισχύουν κανόνες της λογικής ή της φιλοσοφίας. Κανένα φιλοσοφικό σύστημα δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στο Θεό, καθώς και κανένα σύστημα λογικής. Μεταξύ κτιστού και ακτίστου δεν υπάρχει καμιά ομοιότητα. Αυτά, που ισχύουν για τα κτιστά, δεν ισχύουν για την άκτιστη πραγματικότητα, που είναι ο Θεός. Δεν υπάρχουν κανόνες των κτισμάτων, που να εφαρμόζονται στα άκτιστα .
Η κατάφαση και η απόφαση στην ορθόδοξη θεολογία δεν προέρχονται από φιλοσοφικό στοχασμό. Ο στοχασμός απαγορεύεται στον ορθόδοξο θεολόγο της Εκκλησίας, όταν πρόκειται να θεολογήσει. Γι’ αυτό, ο μόνος συνετός τρόπος του να μελετά κανείς την Αγία Γραφή δεν είναι ο στοχασμός, αλλά η προσευχή. Ποια όμως προσευχή; Η νοερά προσευχή. Διότι, όταν έρχεται το Πνεύμα το Άγιο και επισκέπτεται τον άνθρωπο και προσεύχεται μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, τότε ο άνθρωπος φωτίζεται και γίνεται ικανός να κατανοεί ορθά τα νοήματα της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης και να οδηγηθεί από φωτισμένος, που είναι, στην θέωση.
Η καταφατική και αποφατική οδός, ως αναπόσπαστη και ενιαία μέθοδος
Μεταξύ της καταφατικής και της αποφατικής θεολογίας φαίνεται να υπάρχει μια διαλεκτική αντίθεση, ωστόσο για την ορθόδοξη πατερική παράδοση καμιά αντίθεση δεν είναι νοητή μεταξύ τους. Απεναντίας, ανάμεσά τους υπάρχει μια άρρηκτη και λειτουργική ενότητα και σχέση. Τόσο η καταφατική όσο και η αποφατική θεολογία , δεν αποτελούν καρπούς νοησιαρχικού στοχασμού, αλλά θεμελιώνονται εξολοκλήρου στη θεία αποκάλυψη και στην εμπειρία. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένες, με την ορθόδοξη παράδοση και εξετάζονται από κοινού, ως κοινή θεολογική σκέψη και ζωή. Ο θεολόγος δεν δύναται ούτε να εξετάσει την κάθε μια ξεχωριστά, αλλά ούτε και να χρησιμοποιεί την κατάφαση ανεξάρτητα από την απόφαση. Μια τέτοια θεώρηση, πέραν ότι τον απομακρύνει από την ορθόδοξη παράδοση, όπου η γνωσιολογία με την οντολογία συνυπάρχουν και αλληλοσυμπληρώνονται, εγκυμονεί θεσμικούς και δογματικούς κινδύνους. Η πρώτη και κύρια μορφή κινδύνου που γεννά η διαφορετική μελέτη της κατάφασης από την απόφαση, αφορά στην προσπάθεια εντοπισμού και καταγραφής των ιδιοτήτων του Θεού ως ανεξάρτητη προσέγγιση. Άμεσα ο διενεργών τη μελέτη, παγιδεύεται στις γνωσιολογικές προσεγγίσεις του θείου και αναζητά, σ αυτόν φυσικές ιδιότητες. Τότε ο Θεός δύναται να μεταβληθεί σε φυσικό ή μαθηματικό μέγεθος, που αιτιωδώς θα ερμηνεύεται αποκλειστικά με ποσότητες και αξιώματα καθώς και με ενδοκοσμικές παραδοχές κτισιολογίας.
Στην αντί πέρα όχθη, της επικινδυνότητας, παρουσιάζεται η αποσύνδεση και απομάκρυνση της αισθητής και νοητής ύπαρξης του θείου, επικρατώντας ένας άκρατος αποφατισμός. Η αυτή και ανέκφραστη μορφή, προσδίδει στο Θεό, μια ελλιπή αναγνωσιμότητα, κυρίως στα πρώτα στάδια του «θεολογείν» όπου τα ανθρώπινα δεδομένα δεν θα περιέχουν την εμπειρία των ορθοδόξων και θα είναι αδύνατο να ανταποκριθούν. Οι έννοιες της αγάπης, του θείου έρωτα, της προσκόλλησης και εμμονής στον επιδιωκόμενο θείο σκοπό που οδηγεί στη θεοπτία, απομακρύνονται λόγω της αδυναμίας διείσδυσης στα όρια του επιστητού. Η γνώση διασπά το χαλινωτήριο λίκνο με την πράξη, η εμπειρία καταλαμβάνεται από νοητική ανυπαρξία με αποτέλεσμα η διαπροσωπική σχέση του ανθρώπου με το Θεό να ασθενεί.
Η έννοια της καταφατικής και της αποφατικής θεολογίας
Η έννοια του Θεού στη σχέση του με τον κόσμο ή ακόμη και στις εμπειρίες που έχουν με Αυτόν, είναι ο καταφατικός και αποφατικός τρόπος, με τον οποίο τις περιγράφουν. Η διάκριση μεταξύ ακτίστου Θεού και κτιστού κόσμου δεν αποτελεί απλώς και μόνο μια οντολογική διάκριση, την οποία μπορεί ο θεολόγος να αποδεχθεί, χωρίς να συνειδητοποιήσει τις άμεσες και βαθύτερες γνωσιολογικές συνέπειες και προεκτάσεις της. Ωστόσο ο άκτιστος Θεός σχετίζεται με τον κτιστό κόσμο διαμέσου των ενεργειών του .Έτσι γίνεται γνωστός από αυτές τις ενέργειες κατά την εκδήλωσή τους στην κτίση και στην ιστορία. Άλλα κατά την ουσία του, τη φύση και τον τρόπο των ενεργειών του, καθώς και τον τρόπο της υπάρξεώς του ως Αγία και ομοούσια Τριάδα, παραμένει τελείως υπερβατικός και απρόσιτος. Παραμένει λοιπόν γνωστός και άγνωστος. Αυτές οι δύο διαφορετικές όψεις του Θεού αποτέλεσαν τη βάση, πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η θεολογία με τις δυο διαφορετικές και φαινομενικά αντίθετες οδούς, της κατάφασης και την απόφασης.
Το δογματικό πλαίσιο της αποφατικής και καταφατικής Θεολογίας
Έχοντας υπόψη του ο θεολόγος, ότι ο Θεός υπερβαίνει κάθε τελειότητα, αναλαμβάνει να του αποδώσει, εκείνα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, σύμφωνα με τα οποία παρόλη την αγνωσία Του, θα αναγνωρίζεται (μορφή αναγνώρισης), ως το ύψιστο αγαθό. Η παραπάνω θεολογική προσέγγιση είναι φανερό ότι αποτελεί, όχι μόνο δυσβάσταχτη ευθύνη, αλλά επίπονο και δύσκολο έργο, δεδομένου ότι οι πηγές αποκάλυψης και περιγραφής Του θείου πλάσματος,όχι μόνο είναι αδύνατο να τις χωρέσει ανθρώπινος νους, αλλά ελλοχεύουν θεολογικά ατοπήματα όταν παρερμηνευτούν τα της θείας Αποκαλύψεως και Αγίας Γραφής. Για τον λόγο αυτό η διατύπωση των θείων ονομάτων είτε αυτά αφορούν στο τι είναι ο Θεός (καταφατική όψη), είτε αφορούν στο τι δεν είναι (αποφατική όψη), προκύπτουν από την αποστολική παράδοση, από θεοφώτιστους ανθρώπους, όπου η θεία χάρη τους έχει κυριεύσει. Αν ο θεολόγος με λογικές συνειρμικές ερμηνείες προσπαθήσει να αποδώσει τα «του Θεού» γνωρίσματα, κινδυνεύει να καταληφθεί από την θεωρεία των δυτικών σχολαστικών. Αν πάλι εκ παραδρομής αγνοήσει την καταφατική όψη του Θεού και απομονωθεί προς τον αποφατισμό, οδεύει προς την πλάνη και την υπερβολή. Η γνώση του Θεού, έχει αποφατικό και καταφατικό χαρακτήρα, και είναι τόση, όση εκείνος έχει επιτρέψει.

Βιβλιογραφία
Ματσούκα, Ν. Δογματικὴ καὶ συμβολικὴ θεολογία, Α΄ (Θεσσαλονίκη: Ἐκδόσεις Π. Πουρναρᾶς, 1988) 203-210.
Μεταλληνός, Γεώργιος Δ., Σχέσεις καὶ αντιθέσεις . Ανατολή καὶ Δύση στὴν πορεία τοῦ Νέου Ελληνισμού,( Αθήνα, Εκδόσεις Ακρίτας, 1998)
Στανιλοάε Δημήτριος, Εισαγωγή στη «Μυσταγωγία» τοῦ Αγ. Μάξιμου του Ομολογητού, Μετάφ. Ιγνάτιος Σακαλής (Αθήνα, Εκδόσεις Αποστολικὴ Διακονία, 1997)
Ρηγόπουλος Γ.Χ, Ιησούς Χριστός ο «Παράκλητος», Δελτίο Βιβλικών μελετών 57,τομ 1ος τεύχος 1ο ( Αθήνα εκδόσεις « ο άρτος της ζωής» 1971)
Runciman St., Η Μεγάλη εκκλησία εν Αιχμαλωσία, μτφρ. Ν. Παπαρρόδου,(Αθήνα Εκδόσεις Μπεργαδή, 2000)
Τρεμπέλα, Π. Μυστικισμός-Ἀποφατισμός-Καταφατικὴ Θεολογία : Μάξιμος ὁ Ὀμολογητής, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (Ἀθήνα: Ἐκδόσεις Σωτήρ, 1980)
Φλορόφσκυ Γεώργιος, Βυζαντινοί πατέρες 5ου αιώνα,( Θεσσαλονίκη Εκδόσεις Πουρνάρα 1992)